τρικυμία

τρικυμία
η
1) буря, шторм; 2) перен. буря;

η τρικυμία των παθών — буря страстей


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "τρικυμία" в других словарях:

  • τρικυμία — η, ΝΜΑ, και τρικυμιά Ν μεγάλη θαλασσοταραχή, φουρτούνα νεοελλ. μτφ. 1. πνευματική, ψυχική ταραχή («σ εκείνη την τρικυμιά, που μ άνοιξε το μνήμα», Σολωμ.) 2. δυσμενής περίσταση, ταλαιπωρία («πέρασε πολλές τρικυμίες στα γεροντάματα») αρχ. 1. πολύ… …   Dictionary of Greek

  • τρικυμία — τρικῡμίᾱ , τρικυμία group of three waves fem nom/voc/acc dual τρικῡμίᾱ , τρικυμία group of three waves fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τρικυμίᾳ — τρικῡμίαι , τρικυμία group of three waves fem nom/voc pl τρικῡμίᾱͅ , τρικυμία group of three waves fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τρικυμία — η 1. μεγάλη θαλασσοταραχή, φουρτούνα. 2. μτφ., αναποδιά της τύχης, δύσκολη περίσταση, ταλαιπωρία: Γνώρισε πολλές τρικυμίες στη ζωή του ο στρατηγός. 3. πνευματική, ψυχική ταραχή: Τρικυμία των παθών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τρικυμιώδης — ες, Ν 1. αυτός που αναφέρεται σε τρικυμία ή αυτός που έχει τρικυμία, ταραχώδης, φουρτουνιασμένος 2. μτφ. περιπετειώδης, πολυτάραχος. επίρρ... τρικυμιωδώς Ν με τρικυμιώδη τρόπο. [ΕΤΥΜΟΛ. < τρικυμία. Η λ. μαρτυρείται από το 1871 στο… …   Dictionary of Greek

  • треволнение — русск. цслав. трьвълнениɪе τρικυμία (минея 1096г.; см. Срезн. III, 1015), сербск. цслав. трьвлънение. От трь (см. тре ) и волна по аналогии греч. τρικυμία; см. Потебня у Горяева, Доп. I, 49. Не является более вероятным сравнение с греч. τρέμω… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • κακοτάξιδος — η, ο (κυρίως για πλοίο) αυτός που κάνει κακό ταξίδι, που επηρεάζεται από την τρικυμία, που κλυδωνίζεται πολύ από την τρικυμία. [ΕΤΥΜΟΛ. < κακ(ο) * + ταξίδι (πρβλ. καλο τάξιδος)] …   Dictionary of Greek

  • καταχειμάζομαι — (AM) προσβάλλομαι από κακοκαιρία, από τρικυμία. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + χειμάζομαι «προσβάλλομαι από καταιγίδα, από τρικυμία»] …   Dictionary of Greek

  • τρικυμίζω — Ν [τρικυμία] 1. επιφέρω τρικυμία 2. μτφ. διαταράσσω σε μεγάλο βαθμό, δημιουργώ αναστάτωση 3. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) τρικυμισμένος, η, ο τρικυμιώδης …   Dictionary of Greek

  • Κύζικος — I Μυθολογικό πρόσωπο. Ήταν βασιλιάς των Δολιόνων, γιος του Αινεία και της Αινήτης. Η μυθολογική παράδοση αναφέρει ότι υποδέχθηκε τους Αργοναύτες, όταν το πλοίο τους έφτασε στη χώρα του, παρασυρμένο από την τρικυμία, τους φιλοξένησε εγκάρδια και… …   Dictionary of Greek

  • Μαλέας — Ακρωτήριο στο νοτιοανατολικό άκρο της Πελοποννήσου, απέναντι από τα Κύθηρα. Η κοινή του ονομασία είναι Κάβο Μαλιάς. Το ακρωτήριο ήταν γνωστό από τα αρχαία χρόνια και λεγόταν Μαλέα άκρα. Στην περιοχή πνέουν συνήθως άνεμοι και η τρικυμία είναι… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»